μπαρμπέρης


μπαρμπέρης
[барберис] ουσ. а парикмахер.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μπαρμπέρης" в других словарях:

  • μπαρμπέρης — και μπερμπέρης, ο (Μ μπαρμπέρης και μπαρμπιέρης) κουρέας νεοελλ. παροιμ. «είναι πολλοί μπαρμπέρηδες για τού σπανού τα γένια» πρόθυμοι υπάρχουν πολλοί να ασχοληθούν με εύκολα πράγματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. barbiere < λατ. barba «γένι»] …   Dictionary of Greek

  • μπαρμπέρης — ο (λ. ιταλ.), ο κουρέας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μπαρμπερίζω — [μπαρμπέρης] κουρεύω ή ξυρίζω …   Dictionary of Greek

  • Dimitris Tsaloumas — (born 1921) is a contemporary Greek Australian poet. Contents 1 Biography 2 Bibliography 3 External links 4 References …   Wikipedia

  • κουρείο — Το κατάστημα του κουρέα, γνωστό και ως κομμωτήριο. Ο κουρέας ή κομμωτής αναφέρεται και με την ονομασία μπαρμπέρης, λέξη ιταλικής προέλευσης, από την οποία αντίστοιχα και το κ. ονομάζεται μπαρμπέρικο. Τα σύγχρονα πολυτελή κ., και ιδιαίτερα των… …   Dictionary of Greek

  • μπαρμπέρικο — το [μπαρμπέρης] κατάστημα τού μπαρμπέρη, κουρείο …   Dictionary of Greek

  • μπαρμπερεύω — και παρπερεύγω (Μ) [μπαρμπέρης] κουρεύω …   Dictionary of Greek

  • μπαρμπεριάτικα — τα αμοιβή που δίνεται στον κουρέα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μπαρμπέρης + κατάλ. ιάτικα (πρβλ. μην ιάτικα)] …   Dictionary of Greek

  • μπαρμπεριό — και μπερμπεριό,το (Μ μπαρμπερεῑον και παρπερεῑο) [μπαρμπέρης] κουρείο, μπαρμπέρικο …   Dictionary of Greek

  • μπερμπέρης — ο βλ. μπαρμπέρης …   Dictionary of Greek